Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

ΟΙ ''ΑΓΡΑΠΝΙΕΣ" ΣΤΗ ΒΟΝΙΤΣΑ


Εμείς φουτιά θ’ ανάψουμε κι Κύριε ελέησον!

Οι "Αγραπνιές" στη Βόνιτσα

Της Ελένης Ψυχογιού

Κατά τις κρίσιμες, ολάνθιστες και ευωδιαστές νύχτες της Μεγάλης Εβδομάδας, που τα πάντα αιωρούνται συμβολικά μεταξύ ζωής και θανάτου –όπως και δραματοποιούνται σχετικά μέσα από χριστιανικές εκκλησιαστικές αλλά και αρχαϊκές γυναικείες νεκρικές τελετουργίες στη Βόνιτσα και αλλού− τα μέλη της ίδιας κοινότητας ανατρέπουν αυτή την εικόνα της μαγικά δεσμευόμενης φυσικής και κοινωνικής ευταξίας και σταθερότητας και την επιδιώκουν μέσα από ένα άλλο, πολυήμερο δρώμενο, τις Αγραπνιές.



Η τελετουργία ανήκει στα εαρινά δημόσια ανδρικά δρώμενα και συνδέεται έμμεσα με τη Λαζάρα−και ως προς τη χρονική συγκυρία αλλά και ως προς στοιχεία της επιτέλεσης−συμπληρώνοντάς την κατά ένα τρόπο ανατρεπτικό. Εμπεριέχει πολυσύνθετες συλλογικές εθιμικές δράσεις και λόγο με μαγική, λατρευτική αλλά και έντονα κοινωνική σημασία, που έχουν ως επίκεντρο μια τελετουργική πυρά.




Το άναμμα της εαρινής φωτιάς γίνεται το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων −ενώ στην εκκλησία ψάλλεται η ακολουθία του Νυμφίου− στη μικρή πλατεία πίσω απ’ το ιερό του ναού των αγίων Αποστόλων, στη συνοικία Μπούχαλη, αφού συγκεντρωθεί ξυλεία από νέους και μεγαλύτερους άνδρες. Μετά τη λειτουργία, οι ίδιοι περίπου άνδρες συγκεντρώνονται γύρω από την πυρά και τη συνδαυλίζουν ενώ ταυτόχρονα τα νεότερα αγόρια ρίχνουν μέσα σ’ αυτήν ή στην περιφέρεια του τελετουργικού χώρου κροτίδες (τυχαία ή κατευθυνόμενες σε συγκεκριμένα άτομα, π.χ. σε διερχόμενα κορίτσια, σε μια διαπροσωπική πρόκληση αλλά και επίδειξη «παλικαριάς», πράγμα που επίσης αναδεικνύει και τη γονιμική διάσταση του έθιμου).


 
Ταυτόχρονα οι εν λόγω τελεστές βρίσκονται σ’ ένα είδος σκωπτικής, περιπαικτικής «συνομιλίας» με τον «ανδρικό κόσμο» που συναπαρτίζουν οι θαμώνες του παρακείμενου καφενείου που λόγω εποχής είναι καθισμένοι στην αυλή του: μεμονωμένα και σποραδικά μερικοί αρχίζουν ν’ απαγγέλλουν ρυθμικά κάποιους στίχους με σατιρικό περιεχόμενο που καταλήγουν, εν είδει γυρίσματος,στη φράση …και Κύριε ελέησον και κάποιοι άλλοι απαντούν με τον ίδιο τρόπο:

Δε σε διάβασα καλά, το καλό να μην του δεις
κάθε κλαρί να στέκισι, πουρνάρα να τσιρλιέσι
κι σ’ ένα μαυρουκούτσουρου να κάθισι να ξι’έσι
κι Κύριε ελέησον!
Αν δε μας δίνεις ξύλα να σε δαμάσ’ η ψείρα
η ψείρα κ’ η κονίδα κι τ’ άλουγο του………………
Κύριε ελέησον!



Η περιπαικτική, καυστική αυτή «συνομιλία» λειτουργεί σαν προζύμι προκειμένου συντωχρόνω να «φουσκώσει» ο διάλογος, να εξελιχθεί σε συντονισμένη, αντιφωνική επιτέλεση ανάμεσα στις παρέες των θαμώνων του καφενείου ως ρυθμική απαγγελία τέτοιων στίχων που εναλλάσσεται με τραγούδια, αποσπάσματα από τη Λαζάραή άλλα, όμως πάνω σ’ αυτή τη μελωδία (σκωπτικά παραλλαγμένη). Η ποιητική και μουσική αυτή συνομιλία κρατά με συμποσιασμό των τελεστών και συνδαύλισμα της φωτιάς ως αργά τη νύχτα, και πάλι −όπως και στη Λαζάρα− στο πλαίσιο μιας μαγικής επίσης αγρυπνίας, η οποία ονοματίζει εξάλλου και το έθιμο συνολικά ως Αγραπνιές,στον πληθυντικό, λόγω της πολυήμερης επαναλαμβανόμενης τέλεσής του.
Οι Αγραπνιέςμε το άναμμα της πυράς επαναλαμβάνονται κάθε βράδυ στο ίδιο σημείο και από τα ίδια περίπου πρόσωπα όλες τις νύχτες της Μεγάλης Εβδομάδας, χωρίς όμως το αντιφωνικό τραγούδισμα, πλην κάποιας σποραδικής απαγγελίας σατιρικών στίχων με το καταληκτικό γύρισμα …και Κύριε ελέησον. Οι «αγρυπνιστές» ανάβουν για τελευταία φορά φωτιά −με την ίδια διαδικασία αλλά μεγαλύτερη σε όγκο και δύναμη από τις προηγούμενες− τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ. Μετά το τέλος της περιφοράς των δύο επιταφίων στην πόλη, «αγρυπνούν» μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες συνοδεύοντας την πυρά και πάλι με αντιφωνικό τραγούδισμα, όπως και κατά την πρώτη νύχτα.


Η επιτέλεση στις Αγραπνιές έχει χαρακτήρα ανατρεπτικό, αντίστροφα αναλογικό με αυτό τηςΛαζάρας, σαν την καλή και ανάποδη όψη ενός κεντήματος. Στις Αγραπνιές,ο λόγος ξεστομίζεται αντί ευχετικός και κανονιστικός, μαγικά ανατρεπτικός και καταραστικός μέσα στον σταθερό, κεντρικό τόπο της πυράς, περιφερόμενος ανάμεσα στις εντόπιες παρέες και όχι στα σπίτια. Το περιεχόμενο των μουσικών, αρθρωτών επίσης δίστιχων, αφορά την κοινωνία ως αντεστραμμένο είδωλο, δηλαδή όχι στην ιδεατά επιθυμητή μορφή της, όπως στη Λαζάρα αλλά ως σύνολο παρεκκλίσεων από τον κανόνα, μακριά από τη δέουσα καθημερινή ευταξία. Και στις Αγραπνιές, ο λόγος αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα, όμως όχι ανώνυμα, ως προς τους δέοντες κοινωνικούς ρόλους τους αλλά με τα ονόματά τους, ως επιρρεπή στην παρέκκλιση, ανθρώπινα όντα, των οποίων προβάλλει τις παραβατικές και όχι τις επιθυμητές και κανονιστικά πρέπουσες συμπεριφορές, όχι τα ιδεατά σωματικά ή χαρακτηριολογικά προσόντα αλλά τα ατομικά ψυχικά και σωματικά ελαττώματα, εκφράζοντας άσχημες κρίσεις αντί επαίνων, αποστασιοποιούμενος από την ιδεατή ευμορφία. Οι Αγραπνιές,λειτουργώντας έτσι και σαν ένα είδος συλλογικής, δημόσιας «εξομολόγησης»,επιτρέπουν στην κοινότητα, εξαγνισμένη (το κύριε ελέησον επιτείνει αυτό τον εξομολογητικό χαρακτήρα) μέσα από το καμίνι της ιερής φωτιάς και τη δραστικότητα του βέβηλου λόγου, ν’ αναγεννηθεί «καινούρια» τη νύχτα του Μ.Σαββάτου.
 
 
fiestaperpetua

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου